Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Δημήτρης Χορν: Ένας εραστής της ζωής






Μετά από καιρό επανέρχομαι. Στο εξής ο Ιχνηλάτης θα φιλοξενεί και θεματολογία ευρύτερη των ιστορικών θεμάτων, αναγόμενος σε πτυχές, πρόσωπα και γεγονότα της σύγχρονης πολιτιστικής ιστορίας της χώρας μας και του κόσμου. Το παρόν άρθρο είναι αφιερωμένο στον Δημήτρη Χορν. Δεν πρόκειται για ιστορικό δοκίμιο, ούτε φυσικά για κάποιου είδους πραγματεία ειδικού. Πρόκειται καθαρά για μια προσωπική αποτύπωση του τι σημαίνει για τον γράφοντα αυτός ο τεράστιος ηθοποιός.

Ο Δημήτρης Χορν γεννήθηκε στις 9 Μαρτίου του 1921 στην Αθήνα. Γονείς του ήταν ο γνωστός θεατρικός συγγραφέας και στρατιωτικός Παντελής Χορν και η Ευτέρπη Αποστολίδη. Η οικογένεια του Παντελή Χορν είχε τρία παιδιά, τον Γιάννη, τη Νανά (που πέθανε σε ηλικία 7 ετών) και τον Δημήτρη. Νονά του ήταν η διάσημη ηθοποιός Κυβέλη και καθώς μεγάλωσε σε θεατρικό περιβάλλον, έκανε την πρώτη του εμφάνιση στο θέατρο όντας μωρό, στην αγκαλιά της Κυβέλης, στο έργο «Γειτόνισσες» του πατέρα του, ενώ για δεύτερη φορά εμφανίστηκε σε ηλικία 4 ετών, όταν έπαιξε και πάλι με τη νονά του, στη «Νόρα» του Ίψεν, υποδυόμενος ένα από τα μικρά παιδιά της ηρωίδας. Με τη νονά του θα ξαναπαίξει όντας ενήλικας πλέον, σε ηλικία 31 ετών, το 1954, στο έργο του Όσκαρ Ουάιλντ «Μια γυναίκα χωρίς σημασία». Την τρίτη του εμφάνισή του στο θέατρο την κάνει σε ηλικία 14 ετών, όταν εμφανίζεται με τον θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη, στο θερινό θέατρο Παρκ, στο έργο «Μαμά Κολιμπρί» του Μπατάιγ. Το 1937 εισάγεται στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου, δίνοντας εξετάσεις με το ποίημα του Βάρναλη «Οι μοιραίοι».

Το 1940 αποφοιτά από το Εθνικό και συμμετέχει για πρώτη φορά επαγγελματικά, στη «Νυχτερίδα» του Γιόχαν Στράους με τον θίασο του Εθνικού Θεάτρου στη Θεσσαλονίκη. Το 1942, σε ηλικία 21 έτος, παντρεύεται τη Ρίτα Φιλίππου.

Τα επόμενα χρόνια θα συνεργαστεί με τους θιάσους της Μαρίκας Κοτοπούλη και της Κατερίνας. Το 1944 συγκρότησε δικό του θίασο με τη Μαίρη Αρώνη και αργότερα με τη Βάσω Μανωλίδου.

Το 1943 θα πάρει μέρος στην πρώτη του κινηματογραφική ταινία, «Η φωνή της καρδιάς», σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ιωαννόπουλου. Πρόκειται για την πρώτη ταινία που γυρίστηκε μετά την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα καθώς και για την πρώτη παραγωγή της «Φίνος Φιλμ». Τον αμέσως επόμενο χρόνο, το 1944, θα πάρει μέρος στην ταινία «Χειροκροτήματα» του Γιώργου Τζαβέλλα.

Το 1945 συνεργάστηκε με το θίασο της Μελίνας Μερκούρη και του Νίκου Χατζίσκου, στο έργο «Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι» του Όσκαρ Ουάιλντ». Τπ 1946 επέστρεψε στο Εθνικό Θέατρο, όπου παρέμεινε έως το 1950.

Το 1950 θα παίξει στην τρίτη του ταινία, τον «Μεθύστακα» του Γιώργου Τζαβέλλα, όπου πρωταγωνίστησε ο Ορέστης Μακρής
Το 1951 φεύγει με υποτροφία ενός έτους του Βρεττανικού Ινστιτούτου για την Αγγλία. Ακολούθως, πηγαίνει στην Αμερική, όπου ενημερώνεται για την παγκόσμια θεατρική κίνηση.

Γυρίζοντας, το 1952, στην Ελλάδα, συγκροτεί θίασο με τον Γιώργο Παππά και την Έλλη Λαμπέτη. Από τότε χρονολογείται ο έρωτας και η σχέση του με τη Λαμπέτη, που θα κρατήσει 7 χρόνια. Η επαγγελματική συνεργασία του με τη Λαμπέτη περιλαμβάνει τη δημιουργία δικού τους θιάσου αλλά και την κοινή τους εμφάνιση σε ταινίες που άφησαν εποχή: «Κυριακάτικο ξύπνημα» του Μιχάλη Κακογιάννη (1954) «Η κάλπικη λίρα» του Γιώργου Τζαβέλλα (1955), «Το κορίτσι με τα μαύρα» του Μιχάλη Κακογιάννη (1956).

Δημοφιλής ήταν και η ραδιοφωνική εκπομπή του με τίτλο «Ο Ταχυδρόμος Έφτασε». Με μια σουρεαλιστική ειρωνεία στη φωνή του, διάβαζε φανταστικά γράμματα ακροατών, σε κείμενα του Κώστα Πρετεντέρη. Συμμετείχε, επίσης, σε πολλά ραδιοφωνικά θεατρικά έργα.

Το 1958 γυρίζει την επόμενη μεγάλη επιτυχία του στον κινηματογράφο, την ταινία «Μια ζωή την έχουμε» σε σενάριο και σκηνοθεσία του Γιώργου Τζαβέλλα. Το 1959 χωρίζει από την Έλλη Λαμπέτη και συνεχίζει τη θεατρική του πορεία μόνος. Το 1960 γυρίζει την ταινία «Μια του κλέφτη» σε σενάριο και σκηνοθεσία του Δημήτρη Ιωαννόπουλου και με συμπρωταγωνίστρια την Κάκια Αναλυτή. Με την ερμηνεία του στην ταινία αποσπά το βραβείο Α' ανδρικού ρόλου, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης την ίδια χρονιά. Το 1961 κερδίζει και το δεύτερο βραβείο του – Α' ανδρικου ρόλου - στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με την ταινία «Αλίμονο στους νέους» του Αλέκου Σακελλάριου, ενώ το 1962 συμμετέχει στην ταινία-ντοκυμαντέρ «Η Αθήνα τη νύχτα».

Το 1967 παντρεύτηκε την Άννα Γουλανδρή (χήρα Παπάγου), η οποία είχε ήδη δύο παιδιά. Έζησαν μαζί μέχρι το θάνατό της, το 1988. Με τη σύζυγό του ίδρυσαν το «Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν», σκοπός του οποίου είναι η μελέτη του ελληνικού πολιτισμού.

Διετέλεσε Γενικός Διευθυντής της ΕΡΤ την περίοδο 1974-1975. Υπήρξε στενότατος φίλος του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Τιμήθηκε από την ελληνική πολιτεία με το μετάλειο του Χρυσού Σταυρού Γεωργίου Α'.

Ο Δημήτρης Χορν τα τελευταία τέσσερα χρόνια της ζωής του (από το 1994) έπασχε από τη νόσο του Αλτσχάιμερ. Τελικά, πέθανε στις 16 Ιανουαρίου 1998, από καρκίνο. Κηδεύτηκε στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών.

Το 2000 καθιερώθηκε στη μνήμη του το Βραβείο Χορν, το οποίο απονέμεται στους καλύτερους πρωτοεμφανιζόμενους άνδρες ηθοποιούς κάθε χρονιάς.

Πάμε τώρα στις «προσωπικές εντυπώσεις»...

Ο Χορν υπήρξε ο κατ’ εξοχήν «στυλιζαρισμένος αντι-στάρ». Ο άνθρωπος που μπορούσε να αποδώσει την καλύτερη ερμηνεία ρόλων του Σαίξπηρ και στο αμέσως επόμενο δευτερόλεπτο να δηλώσει ότι ήταν απαίσιος και χειρότερος από κάθε φορά. Ακόμα και μέχρι την τελευταία του συνέντευξη επέμεινε να μιλά για τον εαυτό του ως, στην καλύτερη περίπτωση, μια «χρυσή» μετριότητα(!) Γνώριζε ότι ήταν μεγάλος και ήθελε μονίμως να «το παίζει» μετριόφρων; Ήταν πράγματι τόσο αυτοκαταστροφικός; Μικρή σημασία έχει πλέον. Αυτό που κυρίως χαρακτήρισε τον Τάκη Χορν ήταν το ασίγαστο πάθος του να ζήσει πραγματικά κάθε ικμάδα του ρόλου τον οποίο υποδυόταν. Να τον ζήσει ο ίδιος, όχι να μπει απλά στα παπούτσια του ρόλου. Πέτυχε έτσι να βγάζει κάθε φορά τη δική του αλήθεια μέσα από το επί σκηνής προσωπείο. Πίστευε βαθιά στη «σφραγίδα» του ηθοποιού πάνω στο ρόλο και ίσως γι’ αυτό να υποτιμούσε πάντα τόσο πολύ τον εαυτό του, μπροστά στους μεγάλους ρόλους που έπαιξε.

Μεγαλώνοντας συνήθιζε να λέει: «Μη φοβάσαι το τρακ. Πηγαίνει πάντα εκεί, όπου υπάρχει ταλέντο»...

Και να σκεφτεί κανείς ότι αυτός ο μάστορας της υποκριτικής, στα πρώτα του χρόνια στερείτο προσανατολισμού και κατάφερε μπήκε στο Εθνικό Θέατρο κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή με «μέσο» το όνομα του πατέρα του, καθώς η προθεσμία των αιτήσεων συμμετοχής στις εισαγωγικές εξετάσεις είχε λήξει. Στη μετέπειτα προσωπική του ζωή υπήρξε άστατος, πολλάκις ερωτευμένος και εραστής της ζωής. Αν μπορούσε κανείς να πει με λίγα λόγια τι ήταν ο Χορν με βάση το σύνολο της εργογραφίας του, θα τον χαρακτήριζε με έναν εκρηκτικό συνδυασμό δύο ρόλων που ξεκινούν από διαφορετική αφετηρία και καταλήγουν στον ίδιο σκοπό: Τη βίωση της ζωής στο έπακρό της.

Από τη μία ο μικροαστός υπαλληλάκος, ταμίας τράπεζας - στην ταινία "Μια ζωή την έχουμε" (σκηνοθεσία Γ. Τζαβέλλα, Φίνος Φιλμ, 1958) - που «σπάει τα δεσμά» της «φυλακής» του όταν αδυνατεί, ύστερα από ατελείωτους υπολογισμούς, να δικαιολογήσει το πλεονάζον ποσό του 1.101.101,10 δραχμών που βρέθηκε στα χαρτιά του και τελικά αποφασίζει να το καταχραστεί για να ζήσει τη μεγάλη ζωή που πάντα στερείτο και να καταλήξει στη φυλακή.

Από την άλλη ο γέρος, πλούσιος μεν, αλλά απόμαχος της ζωής - στην ταινία "Αλίμονο στους Νέους" (Αλ. Σακελλάριος, 1961) - που πουλάει την ψυχή του στο διάβολο για να ξαναγίνει νέος. Απένταρος, αλλά ΝΕΟΣ. Το καταφέρνει μόνο στον ύπνο του, όπου, ως άλλος Φάουστ, ονειρεύεται ότι παλεύει να κερδίσει τη ζωή ως νεανίας που «βράζει το αίμα του» έναντι του γηραιού φίλου του με τα πολλά λεφτά, τα οποία όμως τελικά κερδίζουν το παιχνίδι, καθώς η... περί ης ο λόγος Μάρω Κοντού προτιμά την αποκατάσταση από τον έρωτα, στη δύσκολη εποχή των αρχών του '60 (πάντα επίκαιρο το σενάριο φυσικά...)

Τελικά, από τους δύο αυτούς ρόλους, μπορεί ίσως κανείς να βγάλει συμπέρασμα για την ψυχοσύνθεση και τη ζωή του Χορν. Ο Χορν έκανε το μαγικό κυνήγι της ευτυχίας πράξη και κέρδισε... χάνοντας!

Η «αυλαία» «έπεσε» στις 16 Ιανουαρίου του 1998, λίγο καιρό πριν ο γράφων κλείσει τα 5 του χρόνια. Μα όποτε και να γεννιόμουν, το ίδιο μάθημα θα έπαιρνα από τον Τάκη Χορν: «Κανένα ελάττωμα δεν μπορεί να σου στερήσει την επιτυχία».*

*Ο ίδιος δεν έβλεπε τους συμπρωταγωνιστές του στη σκηνή, επειδή είχε μυωπία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε εδώ το σχόλιό σας.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.